Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γεννήθηκε στο Μοσχάτο το 1962. Έχει γράψει ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο και έχει συνεργαστεί ως αρθρογράφος με πολλά έντυπα και εφημερίδες. Την επταετία 2001 - 2008 διατηρούσε μόνιμη στήλη στην εφημερίδα metro με θέμα το βιβλίο και την τριετία 2008-2011 υπήρξε βασικός συντάκτης της εφημερίδας Ελευθεροτυπία στο ένθετο Βιβλιοθήκη, όπου διατηρούσε, εκτός των άλλων και την στήλη "Νύχτα είναι, θα περάσει". Για τρία χρόνια δούλεψε ως παραγωγός στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ Open στην εκπομπή "Ολομόναχοι μαζί" που είχε σαν θέμα καλεσμένους από τον χώρο της λογοτεχνίας και του πολιτισμού γενικότερα, με έμφαση ιδιαίτερα στη μουσική. Κυκλοφορούν 25 βιβλία του εκ των οποίων τρία έχουν μεταφερθεί στο θέατρο. Η τετραλογία Πιο νύχτα δεν γίνεται (Οξύ 2011) – Μετά (Απόπειρα 2012) – Καπνισμένο κόκκινο (Σμίλη 2013) και Ολομόναχοι μαζί (Σμίλη 2014) εγκαινιάζει την λεγόμενη Κοσμική τετραλογία, και θεωρείται έργο αναφοράς, σαν μια μεγάλη, φασματική αλληγορία που διαρρηγνύει τα πλαίσια του Κανόνα. Από τους ποιητές θεωρείται πεζογράφος και από τους πεζογράφους θεωρείται ποιητής. (Πηγή: "Σταύρος Σταυρόπουλος", 2022)
Η αδυσώπητη πάλη του ποιητή με το ποίημα δίνει την ευκαιρία στον Σταύρο Σταυρόπουλο να προβεί με μια ανασκόπηση της μέχρι τώρα πορείας του, με ένα ποίημα-ποταμό που χωρίζεται σε 22 ενότητες...
Έξι ποιήματα, γραμμένα από κοινού, με την μέθοδο του τυφλού, απέναντι στην ίδια την ιδέα της δημιουργίας τους, ασκήσεις αναπνοής που εξελίσσονται ως φωτογραφίες ενός παρόντος, μιας στιγμής, η εξέλιξη ενός στίχου με δύο διαφορετικούς τρόπους, εν μέσω δυο διαφορετικών μέσων θέασης, πρόσληψης, που όμως μπορούν και συγκλίνουν ενίοτε σ’ ένα ενιαίο και αδιαίρετο σώμα....
Φράσεις και νύξεις, με αυτοτελή νοήματα ή σκόρπιες, αρνούμενες να αποτελέσουν έναν συμπαγή κορμό, χαραγμένες στον αγνώριστο ουρανό του τίποτα, για ό,τι δεν μπόρεσε, υγρές μες στη στεγνότητα του χαρτιού, που αφορούν κυρίως αυτό που δεν ήρθε, το βρώμικο εκείνου που δεν θέλησε να συμβεί, αλιευμένες όλες τον τελευταίο χρόνο από βιαστικές σημειώσεις σε κόλλες ταβέρνας, σε πακέτα από τσιγάρα, σε ετικέτες κρασιών ανοιγμένων εις υγείαν, χωρίς τη συγκρότηση ενός σημειωματάριου ιδεών, χωρίς τη συγκατάθεση του επώνυμου αφορισμού, χωρίς ποιητική μάσκα, χωρίς σειρά, χωρίς ορθόδοξη ιδέα για τις ιδέες, απλώς έτσι, αφημένες πρόχειρα κάτω απ΄ το χαλάκι, συνοδεία μουσικής, κρυμμένες κρυφά στο στρώμα, πεταμένες στο πρόσωπο του κόσμου για καληνύχτα, ένοχες γι΄ αυτό που προσπάθησαν να διασώσουν, αθώες γι΄ αυτό που ήλπισαν, πάντως ξυπόλυτες, με πρησμένα μάτια και τις φτέρνες τους να ακουμπούν, ως μπαλαρίνα θανάτου, το τελευταίο αβέβαιο έδαφος, με την ουρίτσα τους να σκαλίζει τις τελευταίες ευχές στο δρόμο, σχεδιάσματα χωρίς νυφικό στην πόλη του πουθενά, ένοπλα ερωτήματα, έρημα πλάνα....